News

Τερατούργημα το νομοσχέδιο διασφάλισης ποιότητας της ανώτερης εκπαίδευσης

10 February, 2015

Του Γιάγκου Χατζηγιάννη, Νομικός, Βοηθός Διευθυντής, CIM

Προς τελική συζήτηση οδηγείται τις προσεχείς μέρες το πολύκροτο Νομοσχέδιο Περί Φορέα Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας της Ανώτερης Εκπαίδευσης, στην Επιτροπή Παιδείας της Βουλής, με σκοπό την προώθηση του για ψήφιση από τον Ολομέλεια περί τα τέλη του τρέχοντος μήνα.
Με πρόσχημα και αιτιολογική βάση την αναβάθμιση της Ανώτερης Εκπαίδευσης, η οποία είναι βέβαια θεμιτή και καλοδεχούμενη, το εν λόγω Νομοσχέδιο αυτό που ουσιαστικά κατορθώνει είναι ‘ξεκαθάρισμα’ των μικρών Σχολών και απορρόφηση τους από τα “μεγάλα ψάρια”. Δεν είναι δυνατό να οδηγούνται σε κλείσιμο εν μία νυκτί Ιδιωτικές Σχολές με μακρόχρονη και ποιοτική προσφορά στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

Ειδικότερα ο προτεινόμενος νόμος επιβάλλει στα ιδρύματα την υποχρέωση για Ιδρυματική Αξιολόγηση ενώ σε περίπτωση που δεν το πράξουν ή αποτύχουν στην διαδικασία θα οδηγηθούν στο κλείσιμο εντός 3 ετών. Επιπρόσθετα το εν λόγω νομοσχέδιο θα υποχρεώνει τις υφιστάμενες Σχολές να περάσουν τα προγράμματα σπουδών τους τα οποία έως σήμερα θεωρούνται εγνωσμένης και αδιαμφισβήτητης ποιότητας, από μια καινούργια διαδικασία αξιολόγησης-πιστοποίησης. Δεν γίνεται κανένας διαχωρισμός ανάμεσα στις υφιστάμενες Σχολές/προγράμματα σπουδών και στις νέες Σχολές/προγράμματα σπουδών. Με την ίδια λογική κάθε φορά που αλλάζουν τα πολεοδομικά σχέδια μιας περιοχής, θα πρέπει να κατεδαφίζονται όσες οικοδομές προϋπήρχαν και δεν εμπίπτουν στα νέα σχέδια. Επιπρόσθετα, με αυτή την λογική του παραλόγου, εάν μια Σχολή λάβει Ιδρυματική αξιολόγηση και δεν αξιολογηθούν οι κλάδοι σπουδών της, θα έχει Ιδρυματική αξιολόγηση αλλά δεν θα έχει κλάδους σπουδών να προσφέρει.
Και σαν να μην ήταν αρκετά τα πιο πάνω, το ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου φαίνεται για ακόμα μια φορά να διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο σε σημαντικές αποφάσεις για νευραλγικούς τομείς όπως η παιδεία. Σε καιρούς χαλεπούς για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, η Βουλή προτίθεται να ψηφίσει Νόμο που επιβάλλει σε μια μικρού μεγέθους Σχολή (π.χ. Με 8 Πτυχία και 5 Μεταπτυχιακά), να καταβάλει δικαιώματα αξιολόγησης 113,000 Ευρώ (15 χιλιάδες η Ιδρυματική Αξιολόγηση, 6 χιλιάδες ανά πτυχίο και 8 χιλιάδες ανά μεταπτυχιακό). Μήπως πρόθεση είναι να μετακυλήσει το κόστος στα δίδακτρα των φοιτητών υπό τύπον έμμεσης φορολογίας; Ή μήπως να οδηγήσει κλείσιμο σχολές που δεν θα μπορούν να ανταποκριθούν στο “χαράτσι”; Εάν η Κυβέρνηση ήθελε πραγματικά την ανάπτυξη των Κολλεγίων, θα τους επέτρεπε να συνεχίσουν τα αναπτυξιακά τους προγράμματα και να επενδύσουν αυτά τα λεφτά σε αναβάθμιση των υπηρεσιών/εγκαταστάσεων τους. Σκεφτείτε μόνο πόσα βιβλία και υπολογιστές μπορούν να αγοραστούν με 113,000 ευρώ!

Πως γίνεται το Νομοσχέδιο να καλύπτει τόσο τα Πανεπιστήμια όσο και τα Κολλέγια από την στιγμή που τα μεγέθη δεν επιτρέπουν την σύγκριση και οι υφιστάμενες Νομοθεσίες είναι εντελώς διαφορετικές; Μήπως πρόθεση της Κυβέρνησης είναι να μείνουν μόνο τα Πανεπιστήμια και δεν χωράνε στον χάρτη της Ανώτατης Εκπαίδευσης τα Κολλέγια; Μήπως θέλει η κυβέρνηση να μειώσει τον ανταγωνισμό στον χώρο της ανώτατης εκπαίδευσης;

Εγείρεται επίσης και το ερώτημα, τι θα γίνεται σε περίπτωση που τα τέλη πληρωθούν και η αίτηση δεν είναι επιτυχής. Η Σχολή θα έχει πληρώσει πέραν των 100,000 ευρώ αλλά θα οδηγηθεί σε κλείσιμο. Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Και όλα αυτά χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προσφορά των εν λόγω εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα του Κράτους. Με μαθηματική ακρίβεια εκατοντάδες εργαζόμενοι στις σχολές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θα βρεθούν χωρίς δουλειά ενώ χιλιάδες απόφοιτοι θα βρεθούν με προσόντα μιας Σχολής που έχει εξαναγκαστεί στο κλείσιμο από το Κράτος και ενός προγράμματος που έχει διαγραφεί.

Εξαιρετικής σημασίας είναι και η παράλειψη καθορισμού κριτηρίων Ιδρυματικής Αξιολόγησης. Ποια θα είναι τα κριτήρια αυτά; Θα ψηφίσει η Βουλή ένα τόσο σημαντικό Νομοσχέδιο χωρίς να υπάρχουν οι παράμετροι και προδιαγραφές της Αξιολόγησης; Η ‘Ομάδα Σοφών’ στην οποία θα ανατεθεί το έργο της σύνταξης των Κανονισμών και Κριτηρίων, θα πρέπει να μην απαρτίζεται απλά από ακαδημαϊκούς, αλλά και από επιχειρηματίες και σίγουρα να υπάρχει εκπροσώπηση των άμεσα εμπλεκόμενων Ιδρυμάτων. Τα κριτήρια πρέπει να αντανακλούν τις κυπριακές πραγματικότητες, την διαφορετικότητα στην αποστολή (π.χ. βραδινά μαθήματα για εργαζόμενους) αλλά και το μέγεθος των Ιδρυμάτων. Δυστυχώς προηγούμενες εμπειρίες δείχνουν ότι η ‘Ομάδα Σοφών’ δεν έχει επαφή με την πραγματικότητα και δημιουργεί καλούπια σε κλειστά δωμάτια που δεν ταιριάζουν στις ανάγκες της κυπριακής αγοράς.

Τα πιο πάνω είναι καίρια ερωτήματα που πρέπει να απασχολήσουν τον καθένα αλλά κυρίως το νομοθετικό σώμα. Προσωπικά πιστεύω πολύ στην ανάγκη για ποιοτική αναβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης στην Κύπρο αλλά το εν λόγω Νομοσχέδιο βασίζεται σε εντελώς λανθασμένη φιλοσοφία. Στις προηγμένες χώρες π.χ. ΗΠΑ, οι Φορείς για την Ανώτατη Εκπαίδευση βασίζονται στον αυτοέλεγχο και ιδρύονται από τα ίδια τα επηρεαζόμενα Ιδρύματα. Το κράτος έχει απλά ρόλο επόπτη και δεν λειτουργεί σαν Φορέας Αξιολόγησης.

Περαιτέρω, η επιβολή στενών χρονοδιαγραμμάτων (3 ετών) για ολοκλήρωση των διαδικασιών αξιολόγησης είναι παράλογη και μη ρεαλιστική. Θα πρέπει τα Κολλέγια να τοποθετήσουν τα αναπτυξιακά τους προγράμματα στο πλάι και να ασχοληθούν μόνο με αυτές τις διαδικασίες για να μπορέσουν να αποφύγουν το κλείσιμο. Αντί να δοθούν κίνητρα στα Κολλέγια για περαιτέρω αναβάθμιση τους, μπαίνουν ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα που τους απειλούν για κλείσιμο.

Στην εκπαίδευση, όπως και στους άλλους τομείς υπηρεσιών, θα πρέπει να υπάρχουν τα ελάχιστα ποιοτικά κριτήρια – που ήδη υπάρχουν με βάση το Νόμο Περί Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης 1996 – αλλά και να επιτρέπεται η ποικιλομορφία. Δεν είναι δυνατόν όλα τα Ιδρύματα να είναι όμοια αλλά πρέπει να ενθαρρύνεται η διαφορετικότητα και η εξειδίκευση. Με την ίδια λογική πρέπει όλες οι Ξενοδοχειακές Μονάδες στην Κύπρο να είναι 5 αστέρων και να κλείσουν όλες οι λιγότερο πολυτελείς αλλά οικονομικά συμφέρουσες Μονάδες. Σήμερα τα περισσότερα Κολλέγια προσφέρουν πτυχία/μεταπτυχιακά Πανεπιστημιακού επιπέδου με μεγάλη επιτυχία αλλά με χαμηλότερο κόστος από τα Πανεπιστήμια προσφέροντας έτσι μια εναλλακτική λύση στον Κύπριο πολίτη.